σηματοδότης

ο, Ν
1. οπλίτης που εκτελεί τη σηματοδοσία
2. μηχάνημα, συσκευή που δίνει σήματα για την ασφαλή κυκλοφορία τών σιδηροδρομικών συρμών
3. φρ. «φωτεινός σηματοδότης» ή, απλώς, «σηματοδότης» — διάταξη στις διασταυρώσεις οδών και στις διαβάσεις σιδηροδρομικών γραμμών που μεταδίδει φωτεινά σήματα και ρυθμίζει την κυκλοφορία οχημάτων και πεζών.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σήμα, -ατος + -δότης (< δίδωμι), πρβλ. αιμο-δότης].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σηματοδότης — ο συσκευή που δίνει διάφορα σήματα: Στις διασταυρώσεις των κεντρικών οδών υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σημαντήρας — Επώνυμο Ελλήνων διαπρεπών νομικών. 1. Κωνσταντίνος. Δικαστικός και Πρόεδρος του Άρειου Πάγου (1841 1927). Τη στοιχειώδη και μέση εκπαίδευση παρακολούθησε στο Ναύπλιο. Το 1863 αναγορεύτηκε διδάκτορας της νομικής στο πανεπιστήμιο της Αθήνας. Τον… …   Dictionary of Greek

  • σηματοδοσία — η, Ν [σηματοδότης] 1. (ναυτ. στρ.) η μεταβίβαση από ένα σημείο σε άλλο σημάτων με καθορισμένο τρόπο ή σύντομων φράσεων με το αλφάβητο μορς 2. «σηματοδοσία διά βραχιόνων» ναυτ. μετάδοση σημάτων με σηματογράφο …   Dictionary of Greek

  • σηματοδοτώ — Ν [σηματοδότης] 1. μεταδίδω σήματα 2. τοποθετώ σηματοδότηση 3. μτφ. σημαίνω, επισημαίνω, ενημερώνω …   Dictionary of Greek

  • φανάρι — I Ιστορική συνοικία της Κωνσταντινούπολης, όπου εδρεύει από το 1603 το οικουμενικό πατριαρχείο. Βρίσκεται στη νότια παραλία του Κεράτιου κόλπου και ονομάστηκε έτσι από τον φάρο που υπήρχε στη βασιλική αποβάθρα. Τριγυριζόταν από τείχος, στα ΒΔ του …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.